Από τον Βρύζα στον Μουσλίμοβιτς
Αλέξης Σπυρόπουλος
Η συλλογή είχε σταματήσει, θαρρείς και ο χρόνος μαζί της, στον Βρύζα. Στο «Χάιμπουρι». Remember? Εννοείται. Αναστασιάδης vs Βενγκέρ, η πρώτη σεζόν του Αλσατού στο Λονδίνο, τα πρώτα ευρωπαϊκά παιγνίδια του στον πάγκο της Αρσεναλ. Φρατζέσκος εδώ, Μπέρχκαμπ εκεί, στο φινάλε ο Ζήσης.
Το τελευταίο, με όλη τη σημασία «σημείο αναφοράς» στα χρονικά του ΠΑΟΚ. Αντε, βαριά-βαριά και η ενδιάμεση «υποσημείωση» για εκείνη τη νύχτα με την Ουντινέζε, αργότερα, στην Τούμπα. Η νύχτα του, ποιος δεν τον έχει ξεχάσει να σηκώσει το χέρι, Καμπς.
Το τελευταίο σημείο αναφοράς, πριν το προχθεσινό. Τώρα «είναι» ο Μουσλίμοβιτς. Η Πόλη. Ο ΠΑΟΚ έβαλε στη σειρά το καινούργιο. Τα κλαμπ, τα χρειάζονται αυτά τα «σημεία». Οσο και τα χρήματα που φέρνουν. Ή, μάλλον, πιο πολύ από τα χρήματα. Τα χρήματα είναι απαραίτητα αλλά φευγαλέα. Σήμερα έχεις, αύριο δεν έχεις, μεθαύριο ξαναέχεις. Θα σου τα κόψει ο ΟΠΑΠ, θα σου τα δώσει ο ΟΠΑΠ. Καθημερινότητα. Οι «αναφορές», όμως, είναι παντοτινές. Περισσότερο και από τους παίκτες που αλλάζουν ομάδες, για τους φιλάθλους που δεν αλλάζουν ποτέ.
Αυτό, η ανάμνηση, το να νιώθεις καλά, ζεστά, κάθε φορά που ανατρέχεις, να θυμάσαι με ακρίβεια πού ήσουν, με ποιους ήσουν και τι έκανες την ώρα που συνέβη. Ακόμη καλύτερα, τις «ανέκδοτες» λεπτομέρειες του ταξιδιού, αν ήταν ταξίδι και είχες ταξιδέψει. Ανεξίτηλο. Ανεκτίμητο. Γιατί το ίδιο αυτό ένα γεγονός, ο καθένας μας «το έχει» με τον δικό του τρόπο κρατημένο μέσα του.
Ημουν παιδί, του Δημοτικού, στο 3-3 του ΠΑΟΚ στη Λιόν, δεν είχαμε καν τηλεόραση σπίτι, το έβλεπα στο διπλανό διαμέρισμα, ο ηλικιωμένος γείτονάς μας... έβριζε τον Στέφα, τον γκολκίπερ, ότι είχε γράσο στα χέρια, σαν να ξαναβλέπω τη σκηνή, αδρή, ολοζώντανη, μπροστά μου. Μια μέρα, πρόσφατα, διάβασα σε αστερίσκο του ρεπορτάζ ότι ο Στέφας «έφυγε». Το πρώτο που μου ήρθε στο νου ήταν τα χέρια του, στο «Ζερλάν».
Χαράζουν, αυτά τα πράγματα. Τη νύχτα της ΑΕΚ με την Κουίνς Παρκ Ρέιντζερς, άλλη αδρή σκηνή, (προ)έφηβος πια, δεν πήγα αγγλικά στο φροντιστήριο, στο μεταξύ είχαμε αλλάξει σπίτι και, το κυριότερο, αποκτήσαμε τηλεόραση, έμεινα να το δω. Γονάτισα μπροστά στην οθόνη, και όταν οι Αγγλοι εκτελούσαν τα πέναλτι, πεταγόμουν και εγώ (μαζί με τον Χρηστίδη!) για να τα πιάσω, αριστερά ή δεξιά.
Εάν η ομάδα για τους οποιουσδήποτε λόγους δεν σου προσφέρει την τακτική επανάληψη, να παίζει κάθε χρόνο με την Μπαρτσελόνα ή με τη Γιουνάιτεντ, τότε είναι ζωτική ανάγκη να σου δίνει, μία στο τόσο, τις «αναφορές». Ζεις με αυτές, τις εκτιμάς αλλιώς. Κάποτε, ελλείψει αληθινών αναφορών, οι θείοι μας στα 60s έκαναν «σημεία» τα... φιλικά της εποχής. Την «ομάδα του Πελέ», της «Ρεάλ το φόβητρο», οτιδήποτε. Εγινε λαϊκό τραγούδι, και αναρωτιέμαι αν το έμαθαν ποτέ στη μακρινή Πολωνία εκείνα τα χρόνια, η Ζαγκλέμπιε! Η Ζαγκλεμπιέ, με τον τόνο στη λήγουσα…
Οι λίγοι «ζουν» με την επανάληψη. Ενα, δύο, τρία, εννέα Πρωταθλητριών, 22, 42, 62 πρωταθλήματα, και λοιπές... στατιστικές. Οι πολλοί αυτού του κόσμου ζουν με τις αναφορές. Αυτές που μετά, από μια άλλη ανάγκη, την ανθρώπινη ανάγκη της αναβίωσης, γίνονται έως ταινία, ντοκιμαντέρ, αφιέρωμα. Και ζουν ωραία, με αυτές. Ξέρω πολλούς. Και ανάμεσα στους πολλούς, δεν έχω γνωρίσει κανέναν που θα δεχόταν να «πουλήσει» την πολύτιμη αναφορά του, με αντάλλαγμα ένα μάτσο τίτλους...
