Το φαινόμενο ΑΠΟΕΛ και πώς το κάνουν οι Κύπριοι!
Σε ένα από τα αρκετά ταξίδια μου (περίπου 10) που έχω κάνει τα τελευταία δύο τρία χρόνια στην Κύπρο, παρακολούθησα το μεγάλο ντέρμπι της χώρας ανάμεσα στον ΑΠΟΕΛ και την Ομόνοια. Ηταν η χρονιά που η Ομόνοια πήρε το πρωτάθλημα και ο ΑΠΟΕΛ είχε φτάσει μέχρι τους ομίλους του Τσάμπιονς Λιγκ με αξιοπρόσεκτη πορεία.
Παρακολουθώντας από κοντά το ντέρμπι, διαπίστωσα ότι οι παθογένειες του ελληνικού ποδοσφαίρου, υπάρχουν και στην Κύπρο. Και εκεί υπάρχουν φωτοβολίδες, ξύλο πριν και μετά τους αγώνες μεταξύ οπαδών και αστυνομίας, διακοπή του αγώνα λόγω ρίψης αντικειμένων και γκρίνια αφόρητη για τον διαιτητή.
Διαπίστωσα όμως και άλλα πράγματα. Διαπίστωσα και νοοτροπίες από παράγοντες και ποδοσφαιριστές αρκετά διαφορετικές από την Ελλάδα. Είδα τον «δικό μας» Ιβάν Γιοβάνοβιτς προπονητή του ΑΠΟΕΛ παρά το γεγονός ότι δεν είχε νικήσει σε κανένα από τα τέσσερα μεγάλα ντέρμπι με τον αιώνιο εχθρό Ομόνοια (δύο στην κανονική διάρκεια και δύο στα πλέι οφ) εκείνης της χρονιάς και ότι δεν πήρε ούτε το Κύπελλο, δεν υπήρξε ούτε μία σκέψη, ούτε μία κουβέντα, ούτε ένα δημοσίευμα που να ανέφερε ότι ο Σέρβος ίσως αποχωρήσει από τον πάγκο του ΑΠΟΕΛ.
«Πως τα καταφέρνετε;» ρώτησα τον φίλο μου τον Μιχάλη (Κύπριος δημοσιογράφος) και η απάντηση άμεση. «Α, εδώ φίλε το έχουμε πάρει απόφαση ότι οι προπονητές πρέπει να στηριχτούν μεγάλο διάστημα για να δείξουν τη δουλειά τους. Δες πόσα χρόνια είναι στην Εθνική μας ομάδα ο Αγγελος Αναστασιάδης».
Η αλήθεια είναι ότι αυτό το είχα καταλάβει και νωρίτερα. Εκείνη την χρονιά πριν η Ομόνοια φτάσει στην δια περιπάτου κατάκτηση του τίτλου για πρώτη φορά μετά από 7 χρόνια (αήττητη και στα 12 ντέρμπι της χρονιάς) ο τότε προπονητής της Τάκης Λεμονής, είχε στηριχτεί μέχρις εσχάτων από τη διοίκηση. Στο κακό ξεκίνημα της σεζόν, οι οπαδοί είχαν σχεδόν απαιτήσει το κεφάλι του, ο Τύπος το θεωρούσε σχεδόν δεδομένο ότι θα απολυθεί, αλλά η διοίκηση δεν έκανε ούτε μία στιγμή πίσω και τον κράτησε στην ομάδα με νύχια και με δόντια μέχρι που δικαιώθηκε απόλυτα.
Τόσο ο ΑΠΟΕΛ, όσο και η Ομόνοια αλλά και αρκετοί ακόμη σύλλογοι της Κύπρου (βλέπε ΑΕΚ Λάρνακας που φέτος πέτυχε αυτό που για αρκετές ελληνικές ομάδες είναι όνειρο, την συμμετοχή στους ομίλους του Europa League, ενώ μόλις μία χρονιά πριν έπαιζε στη Β’ Εθνική της Κύπρου) λειτουργούν απολύτως τεχνοκρατικά. Εχουν τμήμα σκάουτινγκ, παρακολουθούν για μεγάλο χρονικό διάστημα τους παίκτες που θέλουν (ο Αίλτον που φέτος κάνει θραύση με τον ΑΠΟΕΛ για παράδειγμα ήταν στόχος του Γιοβάνοβιτς για ένα χρόνο πριν αποκτηθεί και οι άνθρωποι της ομάδας τον είχαν δει σε πάνω από 10 ματς της Κοπενγχάγης πριν επενδύσουν σε αυτόν. Το ίδιο έγινε και με την Ομόνοια και τον Ούγγρο με Βραζιλιάνικες ρίζες Λεάντρο) ενώ δίνουν μεγάλη βάση στις ακαδημίες και στις καλές προπονητικές εγκαταστάσεις.
Αρκετές από αυτές χρησιμοποιούν μάλιστα και το μοντέλο του τεχνικού διευθυντή με απόλυτη επιτυχία (η ΑΕΚ Λάρνακας έχει απόλυτο αφεντικό τον Ζόρντι Κρόιφ γιο, του μεγάλου Γιόχαν Κρόιφ), ενώ όλες φροντίζουν να φέρουν όσο πιο κοντά γίνεται τους οπαδούς της ομάδας με αποτέλεσμα η Κύπρος να είναι σήμερα η πρώτη χώρα της Ευρώπης σε εισιτήρια διαρκείας, σε αναλογία φυσικά με τον πληθυσμό. Ναι, καλά διαβάσατε, αναλογικά οι Κύπριοι βλέπουν από το γήπεδο περισσότερο ποδόσφαιρο και από τους Αγγλους και από τους Γερμανούς και από τους Ισπανούς! Σε μία χώρα περίπου 800.000 κατοίκων περισσότεροι από 25 χιλιάδες είναι αυτοί που έχουν στην κατοχή τους εισιτήριο διαρκείας για κάποια ομάδα. Αν στην Ελλάδα είχαμε τέτοια συμμετοχή σήμερα οι σύλλογοι μας θα έπρεπε να έχουν 300 χιλιάδες εισιτήρια διαρκείας, αλλά όπως όλοι γνωρίζετε μόλις που πλησιάζουμε τις 50 χιλιάδε
ς.
Επίσης οι Κύπριοι δίνουν μεγάλη βάση στο μάρκετινγκ και στα προϊόντα των συλλόγων τους, ώστε να αυξάνουν τα έσοδά τους, και προσπαθούν συνεχώς να βελτιώνουν τις γηπεδικές συνθήκες. Βεβαίως ακόμη έχουν πολλά να διορθώσουν. Τη γηπεδική βία, την ασθένεια με τους διαιτητές που ίσως να είναι μεγαλύτερη και από αυτήν που υπάρχει στο ελληνικό ποδόσφαιρο, την αξιοποίηση των Κύπριων ποδοσφαιριστών (και εκεί η ξενομανία επικρατεί), με τον ρυθμό όμως που διορθώνουν και βελτιώνουν πράγματα δεν θέλουν περισσότερο από μία πενταετία για να ξεπεράσουν το ελληνικό ποδόσφαιρο και ας ξεκίνησαν πριν τέσσερα πέντε χρόνια τουλάχιστον μία 20ετία πίσω του.
http://theinsiders.gr/2011/11/22/%CF%84%CE%BF-%CF%86%CE%B1%CE%B9%CE%BD%CF%8C%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF-%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B5%CE%BB-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%80%CF%8E%CF%82-%CF%84%CE%BF-%CE%BA%CE%AC%CE%BD%CE%BF%CF%85%CE%BD-%CE%BF%CE%B9/